Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010


ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΠΡΙΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ.


Άκουσα εχθές αυτή τη φράση, τη σκέφτηκα λίγο και εντέλει με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη. Τίποτα δεν τελειώνει πριν έρθει η ώρα του. Τίποτα δεν τελειώνει αν δεν το αφήσεις να τελειώσει. Τυπικά πολλά πράγματα φαίνεται να έχουν πάρει το δρόμο τους, το μυαλό, όμως ακολουθεί άλλη τακτική. Επιμένει, κολλάει. Οι αναμνήσεις το μεθούν, το παραπλανούν, το παραμυθιάζουν. Του τάζουν πολύχρωμα κορδελάκια κι αυτό κουτό, φτιάχνει βαλίτσες και ξεκινάει για ακόμα μία φορά το ίδιο ταξίδι προς τα πίσω. Και πάει, πάει, πάει...Στο τέλος, όμως, ξαναγυρνάει. Φαύλος ο κύκλος. Το παρελθόν θα μπορούσε να είναι η γραμμή που χάραξε ένα δάχτυλο πάνω σε νοτισμένο τζάμι. Θα μπορούσε να είναι τα κίτρινα φύλλα ενός παλιού τετραδίου ή λόγια γραμμένα με μολύβι που με δυσκολία αναγνωρίζεις πλέον. Ένα καφέ πουλόβερ που δεν σου κάνει πια, φωτογραφίες καταχωνιασμένες στο συρτάρι σου, ένα κασκόλ που δειλιάζεις να τυλίξεις στο λαιμό σου, ένα εισιτήριο του μετρό που θα φέρει για πάντα πάνω του λησμονημένα δακτυλικά αποτυπώματα, ένα μπουκάλι άρωμα που αγριεύει μέσα σου τα ήμερα. Τόσα πολλά. Πάντα θα υπάρχει ένα κουτί για να το κλείσεις μέσα. Διαφορετικά το κρεμάς στα κλειδιά σου και το κουβαλάς πάντα μαζί σου.



"Απομακρύνεσαι στη δίνη της ανάμνησης. Σκαλίζω τη μορφή σου στο εβένινο προσωπείο της νύχτας, αγρικώ μονάχα την ηχώ των βημάτων σου-δαχτυλίδια καπνού στοιχειώνουν τη θύμηση σου. Αγκαλιάζω τη φθινοπωρινή μελαγχολία των ματιών σου, απλώνω τους κυνόδοντες μου στο λευκό σου δέρμα-ωχρός χαμογελάς μες στην ισχνή αγκαλιά μου. Θλιμμένοι στεναγμοί γλιστρούν μέσα απ'τα χείλη σου, μια γεύση από θειάφι κεντάει τον αγέρα, απ'τις μισάνοιχτες γρίλιες του παραθύρου φτάνει απρόσκλητη η λάμψη της."