Σίγουρα κανείς δεν φανταζόταν πως θα ακουγόταν κάτι καινούριο, πως θα έβγαινε μια άκρη. Αυτό το διαφορετικό που ίσως περιμέναμε, αυτό που θα προσήλωνε τους τηλεθεατές στις οθόνες τους και θα τους έκανε να τις κλείσουν με ανακούφιση δεν ειπώθηκε από κανέναν απ’τους παρευρισκόμενους πολιτικούς αρχηγούς.
Το debate σαν «θεσμός» θα λέγαμε πως είναι αρκετά αμφιλεγόμενος. Πολύ εύστοχα ειπώθηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πως οι όροι του «στραγγαλίζουν» το διάλογο. Έχουν δίκιο. Ποιος ο λόγος να διοργανώνονται τέτοια τηλεοπτικά events από τη στιγμή που οι πολιτικοί δεν έχουν το δικαίωμα να συνδιαλεγούν μεταξύ τους, να αντεπιχειρηματολογήσουν και να κάνουν αισθητές τις διαφορές των θέσεων τους; Εκτός αυτού –αν και θα έπρεπε- τα πολιτικά πρόσωπα δεν δέχονται τις ίδιες ερωτήσεις, γεγονός που μπορεί να τα αδικήσει. Μέσα σε ενάμιση λεπτό οι πολιτικοί πρέπει να απαντήσουν σε ερωτήματα τα οποία παραμένουν άλυτα χρόνια τώρα και συν τοις άλλοις ταλανίζουν τους Έλληνες πολίτες. Από’κει και έπειτα μέσα σε ένα λεπτό πρέπει να καλύψουν και τη διευκρινιστική ερώτηση –την ερώτηση της δεύτερης ευκαιρίας- μπας και δοθεί μια πολυπόθητη περιεκτική απάντηση. Οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων που δεν ξεπερνούν τα τριάντα δευτερόλεπτα, πρέπει μέσα στο χρονικό διάστημα αυτό να εμπεριέχουν τις δικές τους απορίες μεν, αλλά και αυτές που πιθανόν να γεννιούνται στους πολίτες δε. Παρ’όλα αυτά οι ερωτήσεις είναι αναμενόμενες, όπως επίσης και οι απαντήσεις που δίνονται. Σε περίπτωση, όμως που ο πολιτικός έχει πράγματα να πει δεν έχει σύμμαχο του το χρόνο πέραν των εκατόν πενήντα δευτερολέπτων συνολικά, γεγονός που φρόντιζε να επισημαίνει η διακριτική παρουσία της Μαρίας Χούκλη στο debate της Πέμπτης.
Σαφής νικητής δεν υπήρξε. Όπως και ηττημένος. Οι πολιτικοί αρχηγοί δεν «στριμώχτηκαν» όπως απαιτούσε και περίμενε το κοινό, λαϊκό αίσθημα. Φαινόμενο συνηθισμένο άλλωστε. «Κατέβηκαν για την ισοπαλία» υποστήριξαν οι δημοσιογράφοι τις επόμενες μέρες. Ο Πρωθυπουργός και ο πρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης έχουν χρόνια τώρα σαφές και οργανωμένο σχέδιο. Προφανώς, όμως, πρόκειται για Το μεγαλοφυές σχέδιο το οποίο ο απλός κόσμος δεν είναι ακόμα έτοιμος να δεχτεί. Η γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος υπερασπίστηκε τις ήδη γνωστές και σταθερές θέσεις της, ενώ ο πρόεδρος του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού προσπάθησε μετά δυσκολίας να φανεί προοδευτικός και να «πασάρει» τις ακραίες απόψεις του για φιλελεύθερες φορώντας τους δημοκρατικό μανδύα. Προφανώς δεν μας έπεισε. Από την άλλη, άφαντος ο Αλέξης Τσίπρας. Μήπως το παιδικό του πρόσωπο δεν είναι σε θέση να πάρει μέρος σε μια συζήτηση για ενηλίκους; Ο Αλέκος Αλαβάνος ως δεινός ομιλητής επιδόθηκε σε ρητορικά ερωτήματα απευθυνόμενος στον Πρωθυπουργό, μάταια, όμως, αφού απάντηση δεν μπορούσε να πάρει.
Πολύ φοβάμαι πως το debate της Πέμπτης δεν έπεισε πολλούς από αυτούς που το παρακολούθησαν. Ο καλοστημένος αυτός θίασος εξυπηρέτησε το «αναγκαίο» του πράγματος. Έρχονται Ευρωεκλογές άρα ένα debate είναι απαραίτητο για να μας θυμίσει πού βρισκόμαστε. Πώς θα δικαιολογηθούν άλλωστε τα παπαγαλάκια που έσπειραν τον τρόμο στους Αθηναίους πολίτες; Σίγουρα οι τηλεθεατές θα έβρισκαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη συζήτηση συντόνιζε η Ευγενία Μανωλίδου, αφού πρώτα είχε χορηγήσει τον ορό της αλήθειας. Τότε σίγουρα θα επερχόταν η κάθαρση στην αρχαία τραγωδία που ζούμε και η αυλαία θα είχε πέσει θεαματικά.
Το debate σαν «θεσμός» θα λέγαμε πως είναι αρκετά αμφιλεγόμενος. Πολύ εύστοχα ειπώθηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πως οι όροι του «στραγγαλίζουν» το διάλογο. Έχουν δίκιο. Ποιος ο λόγος να διοργανώνονται τέτοια τηλεοπτικά events από τη στιγμή που οι πολιτικοί δεν έχουν το δικαίωμα να συνδιαλεγούν μεταξύ τους, να αντεπιχειρηματολογήσουν και να κάνουν αισθητές τις διαφορές των θέσεων τους; Εκτός αυτού –αν και θα έπρεπε- τα πολιτικά πρόσωπα δεν δέχονται τις ίδιες ερωτήσεις, γεγονός που μπορεί να τα αδικήσει. Μέσα σε ενάμιση λεπτό οι πολιτικοί πρέπει να απαντήσουν σε ερωτήματα τα οποία παραμένουν άλυτα χρόνια τώρα και συν τοις άλλοις ταλανίζουν τους Έλληνες πολίτες. Από’κει και έπειτα μέσα σε ένα λεπτό πρέπει να καλύψουν και τη διευκρινιστική ερώτηση –την ερώτηση της δεύτερης ευκαιρίας- μπας και δοθεί μια πολυπόθητη περιεκτική απάντηση. Οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων που δεν ξεπερνούν τα τριάντα δευτερόλεπτα, πρέπει μέσα στο χρονικό διάστημα αυτό να εμπεριέχουν τις δικές τους απορίες μεν, αλλά και αυτές που πιθανόν να γεννιούνται στους πολίτες δε. Παρ’όλα αυτά οι ερωτήσεις είναι αναμενόμενες, όπως επίσης και οι απαντήσεις που δίνονται. Σε περίπτωση, όμως που ο πολιτικός έχει πράγματα να πει δεν έχει σύμμαχο του το χρόνο πέραν των εκατόν πενήντα δευτερολέπτων συνολικά, γεγονός που φρόντιζε να επισημαίνει η διακριτική παρουσία της Μαρίας Χούκλη στο debate της Πέμπτης.
Σαφής νικητής δεν υπήρξε. Όπως και ηττημένος. Οι πολιτικοί αρχηγοί δεν «στριμώχτηκαν» όπως απαιτούσε και περίμενε το κοινό, λαϊκό αίσθημα. Φαινόμενο συνηθισμένο άλλωστε. «Κατέβηκαν για την ισοπαλία» υποστήριξαν οι δημοσιογράφοι τις επόμενες μέρες. Ο Πρωθυπουργός και ο πρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης έχουν χρόνια τώρα σαφές και οργανωμένο σχέδιο. Προφανώς, όμως, πρόκειται για Το μεγαλοφυές σχέδιο το οποίο ο απλός κόσμος δεν είναι ακόμα έτοιμος να δεχτεί. Η γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος υπερασπίστηκε τις ήδη γνωστές και σταθερές θέσεις της, ενώ ο πρόεδρος του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού προσπάθησε μετά δυσκολίας να φανεί προοδευτικός και να «πασάρει» τις ακραίες απόψεις του για φιλελεύθερες φορώντας τους δημοκρατικό μανδύα. Προφανώς δεν μας έπεισε. Από την άλλη, άφαντος ο Αλέξης Τσίπρας. Μήπως το παιδικό του πρόσωπο δεν είναι σε θέση να πάρει μέρος σε μια συζήτηση για ενηλίκους; Ο Αλέκος Αλαβάνος ως δεινός ομιλητής επιδόθηκε σε ρητορικά ερωτήματα απευθυνόμενος στον Πρωθυπουργό, μάταια, όμως, αφού απάντηση δεν μπορούσε να πάρει.
Πολύ φοβάμαι πως το debate της Πέμπτης δεν έπεισε πολλούς από αυτούς που το παρακολούθησαν. Ο καλοστημένος αυτός θίασος εξυπηρέτησε το «αναγκαίο» του πράγματος. Έρχονται Ευρωεκλογές άρα ένα debate είναι απαραίτητο για να μας θυμίσει πού βρισκόμαστε. Πώς θα δικαιολογηθούν άλλωστε τα παπαγαλάκια που έσπειραν τον τρόμο στους Αθηναίους πολίτες; Σίγουρα οι τηλεθεατές θα έβρισκαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη συζήτηση συντόνιζε η Ευγενία Μανωλίδου, αφού πρώτα είχε χορηγήσει τον ορό της αλήθειας. Τότε σίγουρα θα επερχόταν η κάθαρση στην αρχαία τραγωδία που ζούμε και η αυλαία θα είχε πέσει θεαματικά.