Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ.


Η επόμενη μέρα των Ευρωεκλογών βρήκε την Ελλάδα στην ίδια ακριβώς κατάσταση. Οι πολιτικές εκπομπές έδιναν και έπαιρναν, έγιναν συζητήσεις επί συζητήσεων, ακούστηκαν πολλές και διαφορετικές απόψεις επί του θέματος. Οι ηττημένοι έκαναν για ακόμη μια φορά βαρυσήμαντες δηλώσεις αφού είχαν ήδη εκτεθεί εξαιτίας της προεκλογικής υπεραισιοδοξίας τους. Τα μέλη του ΠΑΣΟΚ και οι ψηφοφόροι του, βέβαια, πανηγύριζαν τη νίκη τους. Η νίκη αυτή σήμανε την υποτιθέμενη αλλαγή του πολιτικού σκηνικού, «το γύρισμα του τροχού».Ο Πρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ζήτησε «εθνικές εκλογές τώρα», τώρα που οι εντυπώσεις είναι ακόμα φρέσκιες και ο κόσμος συνεπαρμένος από τη νίκη.
Παρ’όλα αυτά, το μεγάλο ποσοστό της αποχής πρωτοστάτησε ως θέμα στα δελτία ειδήσεων. Ένα γεγονός με σημασία αμφιλεγόμενη. Πόσοι απείχαν συνειδητά, πόσοι αδιαφόρησαν και πόσοι απλά βαρέθηκαν να πάνε να ψηφίσουν; Ας δεχτούμε πως ο Έλληνας πολίτης έχει αγανακτήσει, έχει κουραστεί -δικαιολογημένα πάντα- και δεν βρίσκει πια ενδιαφέρον στο υπαρκτό πολιτικό γίγνεσθαι. Ποιος είναι, όμως, αυτός και μόνο αυτός που έχει τη δυνατότητα μέσω της ψήφου του να ανατρέψει τα δεδομένα και να αναζωογονήσει το σάπιο σύστημα που μας κυβερνά; Πάλι ο Έλληνας πολίτης. Έχει τη δύναμη στα χέρια του και δεν τη χρησιμοποιεί. Από την άλλη, όμως, είναι πολύ δύσκολο να αλλάξουν οι συνειδήσεις του κόσμου. Οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται το διαφορετικό, δεν του δίνουν ευκαιρίες να υψώσει τη φωνή του και καταπέφτουν στα ίδια λάθη. Το καταπνίγει η συνήθεια, ο φόβος και το «βόλεμα».
Όλοι περίμεναν πως τα μικρά κόμματα θα ανέβουν, θα προσελκύσουν περισσότερο κόσμο και θα κάνουν τη διαφορά. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Οι «Οικολόγοι Πράσινοι» παραδείγματος χάριν έδειχναν να ξεχωρίζουν, γεγονός αναμενόμενο μιας και υπάρχει μεγάλη ανάγκη για ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης. Η κάλπη, όμως, έδειξε άλλα και οι οικολόγοι από ανατέλλοντες αστέρες άγγιξαν τον πάτο. Τα μόνα που σημείωσαν άνοδο στην πολιτισμένη Ευρώπη ήταν τα εθνικιστικά. Στην Αγγλία μάλιστα βγήκε πρώτο. Αναμφίβολα, πρόκειται για ανησυχητικές εξελίξεις.
Η ξενοφοβία και ο εθνικισμός διαδραματίζουν ρόλους πρωταγωνιστικούς. Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύονται ανάλογοι πολιτικοί αρχηγοί και υπόσχονται «μια Ελλάδα ελληνική» παραπλανώντας έτσι τους ψηφοφόρους με σκοπό να «γραπώσουν» την πολύτιμη ψήφο τους. Εδώ, ο ΛΑ.Ο.Σ προηγήθηκε του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ. Το συστατικό της «επιτυχίας» του ήταν πως έθεσε τη λαθρομετανάστευση, αλλά και τους μετανάστες γενικότερα ως μείζον πρόβλημα. Φυσικό ήταν να γυαλίσει το μάτι του Έλληνα. Η κυβέρνηση προκειμένου να μη χάσει κι άλλους ψηφοφόρους έσπευσε να πάρει μέτρα και κατέφυγε σε λύσεις ανάγκης. Το μόνο που ξέχασε όταν τους στοίβαξε σε στρατόπεδα –κατά τα άλλα χώρους υποδοχής- είναι πως πρόκειται για ανθρώπους δυστυχείς που χρήζουν βοήθειας, υποστήριξης και σωστής μεταχείρισης, χωρίς βέβαια, αυτό να σημαίνει πως ο αυστηρότερος έλεγχος στα σύνορα δεν είναι απαραίτητος.
Υπό κανονικές συνθήκες το 2011 θα έχουμε εθνικές εκλογές. Έως τότε αναμένουμε τις εξελίξεις…

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ 2009.

Κόκκινο χτύπησε η αποχή στις φετινές Ευρωεκλογές. Αναμενόμενο ήταν. Οι δημοσκοπήσεις και τα γκάλοπ των προηγούμενων ημερών είχαν προϊδεάσει τον κόσμο και το έδαφος είχε προετοιμαστεί. Λίγο το κρασί, λίγο η θάλασσα και άλλο λίγο το αγόρι μου έδρασαν ανασταλτικά. Απ’τη μια οι κάλπες και η Αθήνα που «έβραζε» από τη ζέστη και απ’την άλλη το καλοκαίρι. Ιδού ένα πολύ μεγάλο δίλλημα. Τελικά, όμως, αποδείχτηκε πως δεν ήταν και τόσο μεγάλο. Το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος ήταν ένας πολύ καλός λόγος για να αποδράσουν οι σκασμένοι Έλληνες και να ξεχυθούν στις παραλίες. Άλλοι πάλι ως μέλη των εφορευτικών επιτροπών κλείστηκαν σε σχολικές αίθουσες περιμένοντας…περιμένοντας ένα αποτέλεσμα ίδιο και απογοητευτικό. «Πρασίνισε η Ελλάδα» ακούστηκε. Εε, και τι έγινε; Η Ελλάδα έχει ξαναπρασινίσει, αλλά μυαλό δεν έβαλε. Πολλοί περίμεναν άνοδο των μικρότερων κομμάτων, αλλά ο Έλληνας αποδεικνύεται σταθερός στις λανθασμένες απόψεις του. Ποιο ήταν, λοιπόν, το μήνυμα που έστειλαν όλοι όσοι απείχαν; Απείχαν συνειδητά –όσο συνειδητή μπορεί να είναι αυτή η στάση- ή απλά αδιαφόρησαν επιδεικτικά;

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

Μιλήστε ελεύθερα, αλλά η ευθύνη δική σας!

Αλήθεια, μπορεί η ελευθερία να γνωρίσει όρια; Η λέξη αυτή συγκεντρώνει στη σημασία της κάτι απροσδιόριστα απέραντο μακριά από δεσμά και φόβους. Ο λόγος αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μορφές ελευθερίας. Οι άνθρωποι επικοινωνούν, εκφράζονται, διαφωνούν, συμφωνούν, ερωτεύονται, επιλέγουν, απορρίπτουν. Με λίγα λόγια δημιουργούν και προάγουν πολιτισμό.
Η ελευθερία που πρέπει να διακρίνει το λόγο είναι δικαίωμα κεκτημένο και πανανθρώπινο άσχετα αν ακόμη και στις μέρες μας καταπατάται με διάφορους τρόπους στον κοινωνικό, επαγγελματικό και ενδοοικογενειακό τομέα. Η εποχή του Μεσαίωνα και της λογοκρισίας έχει περάσει ανεπιστρεπτί, όπως επίσης και η εποχή που οι ναζί έκαιγαν τα βιβλία. Όλοι έχουν δικαίωμα ανεξαρτήτως φύλου και χρώματος να εκφράζουν ανοιχτά τις απόψεις τους χωρίς να κινδυνεύει η ζωή τους. Από την άλλη πλευρά, όμως το ρητό που λέει πως «η ελευθερία μου σταματά εκεί που ξεκινά του άλλου» είναι σοφό. Οι προσωπικές απόψεις των ανθρώπων δεν ταυτίζονται πάντα μεταξύ τους, μπορεί να μην πλησιάζουν καν. Αυτό είναι υγιές και απαιτεί σεβασμό. Ο καθένας έχοντας διαμορφώσει συνείδηση μπορεί να διαφωνήσει με τα εκάστοτε λεγόμενα, αλλά πολιτισμένα, προϋπόθεση που δυστυχώς πολλές φορές δεν τηρείται. Οι περισσότεροι παρασύρονται απ’το συναίσθημα και προκειμένου να υπερισχύσει η άποψη τους προβαίνουν σε πράξεις ακραίες. Η μισαλλοδοξία που συχνά διακρίνει την ανθρώπινη συμπεριφορά έχει αποτελέσματα δυσάρεστα. Αρκεί να θυμηθούμε τον αστυνομικό που έσκισε το Κοράνι πριν λίγο καιρό στο κέντρο της Αθήνας. Αυτή ήταν προφανώς μια πράξη που είχε σκοπό να προσβάλει το διαφορετικό, να τονίσει σ’αυτό πως είναι παρείσακτο. Γιατί να γίνει όμως; Γιατί το διαφορετικό ενοχλεί τόσο στον τόπο μας;
Σαφώς υπάρχουν και ακραίες απόψεις, εθνικιστικές, ρατσιστικές, φασιστικές οι οποίες ακούγονται πολλές φορές απροκάλυπτα. Καλά κάνουν και υπάρχουν παρ’όλα αυτά, αρκεί να μην πραγματοποιούνται και να μείνουν θαμμένες στο σκονισμένο σεντούκι της ιστορίας. Αν δεν υπήρχαν αυτές τότε δεν θα ξεχώριζαν οι λαμπρές δημοκρατικές ιδέες, δεν θα ξεχώριζαν οι άνθρωποι. Οφείλουν την ύπαρξη τους σε μυαλά διεστραμμένα και όσοι τις προασπίζουν τότε κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν αναλόγως. Η ευθύνη είναι δική τους. Από τον σημερινό μας κόσμο δεν εκλείπουν τέτοιου είδους στοιχεία. Είναι, όμως, απαραίτητο να μειωθούν έως ότου αφανιστούν και αυτό θα γίνει μόνο με ανοιχτούς τους ορίζοντες, μόνο με το μυαλό και το πνεύμα σε εγρήγορση. Μόνο ο λόγος μπορεί να διαδώσει και να φυτέψει το σπόρο της πραγματικής δημοκρατίας.
Καλό είναι να υπάρχει πληθώρα απόψεων, να ακούγονται και να προασπίζονται ελεύθερα. Καλύτερο θα ήταν, όμως, να λαμβάνονται υπ’όψιν ο χρόνος και τα δεδομένα και τα δικά μας (δεδομένα) χωλαίνουν. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη από ανθρωπιά –μια λέξη που κοντεύει να χάσει τη σημασία της- , από φως και διαφάνεια.
Ας συζητήσουμε κι ας διαφωνήσουμε. Το κέρδος αυτής της διαδικασίας είναι πολύτιμο.

Κυριακή 31 Μαΐου 2009

Το debate των πολιτικών αρχηγών.


Σίγουρα κανείς δεν φανταζόταν πως θα ακουγόταν κάτι καινούριο, πως θα έβγαινε μια άκρη. Αυτό το διαφορετικό που ίσως περιμέναμε, αυτό που θα προσήλωνε τους τηλεθεατές στις οθόνες τους και θα τους έκανε να τις κλείσουν με ανακούφιση δεν ειπώθηκε από κανέναν απ’τους παρευρισκόμενους πολιτικούς αρχηγούς.
Το debate σαν «θεσμός» θα λέγαμε πως είναι αρκετά αμφιλεγόμενος. Πολύ εύστοχα ειπώθηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πως οι όροι του «στραγγαλίζουν» το διάλογο. Έχουν δίκιο. Ποιος ο λόγος να διοργανώνονται τέτοια τηλεοπτικά events από τη στιγμή που οι πολιτικοί δεν έχουν το δικαίωμα να συνδιαλεγούν μεταξύ τους, να αντεπιχειρηματολογήσουν και να κάνουν αισθητές τις διαφορές των θέσεων τους; Εκτός αυτού –αν και θα έπρεπε- τα πολιτικά πρόσωπα δεν δέχονται τις ίδιες ερωτήσεις, γεγονός που μπορεί να τα αδικήσει. Μέσα σε ενάμιση λεπτό οι πολιτικοί πρέπει να απαντήσουν σε ερωτήματα τα οποία παραμένουν άλυτα χρόνια τώρα και συν τοις άλλοις ταλανίζουν τους Έλληνες πολίτες. Από’κει και έπειτα μέσα σε ένα λεπτό πρέπει να καλύψουν και τη διευκρινιστική ερώτηση –την ερώτηση της δεύτερης ευκαιρίας- μπας και δοθεί μια πολυπόθητη περιεκτική απάντηση. Οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων που δεν ξεπερνούν τα τριάντα δευτερόλεπτα, πρέπει μέσα στο χρονικό διάστημα αυτό να εμπεριέχουν τις δικές τους απορίες μεν, αλλά και αυτές που πιθανόν να γεννιούνται στους πολίτες δε. Παρ’όλα αυτά οι ερωτήσεις είναι αναμενόμενες, όπως επίσης και οι απαντήσεις που δίνονται. Σε περίπτωση, όμως που ο πολιτικός έχει πράγματα να πει δεν έχει σύμμαχο του το χρόνο πέραν των εκατόν πενήντα δευτερολέπτων συνολικά, γεγονός που φρόντιζε να επισημαίνει η διακριτική παρουσία της Μαρίας Χούκλη στο debate της Πέμπτης.
Σαφής νικητής δεν υπήρξε. Όπως και ηττημένος. Οι πολιτικοί αρχηγοί δεν «στριμώχτηκαν» όπως απαιτούσε και περίμενε το κοινό, λαϊκό αίσθημα. Φαινόμενο συνηθισμένο άλλωστε. «Κατέβηκαν για την ισοπαλία» υποστήριξαν οι δημοσιογράφοι τις επόμενες μέρες. Ο Πρωθυπουργός και ο πρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης έχουν χρόνια τώρα σαφές και οργανωμένο σχέδιο. Προφανώς, όμως, πρόκειται για Το μεγαλοφυές σχέδιο το οποίο ο απλός κόσμος δεν είναι ακόμα έτοιμος να δεχτεί. Η γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος υπερασπίστηκε τις ήδη γνωστές και σταθερές θέσεις της, ενώ ο πρόεδρος του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού προσπάθησε μετά δυσκολίας να φανεί προοδευτικός και να «πασάρει» τις ακραίες απόψεις του για φιλελεύθερες φορώντας τους δημοκρατικό μανδύα. Προφανώς δεν μας έπεισε. Από την άλλη, άφαντος ο Αλέξης Τσίπρας. Μήπως το παιδικό του πρόσωπο δεν είναι σε θέση να πάρει μέρος σε μια συζήτηση για ενηλίκους; Ο Αλέκος Αλαβάνος ως δεινός ομιλητής επιδόθηκε σε ρητορικά ερωτήματα απευθυνόμενος στον Πρωθυπουργό, μάταια, όμως, αφού απάντηση δεν μπορούσε να πάρει.
Πολύ φοβάμαι πως το debate της Πέμπτης δεν έπεισε πολλούς από αυτούς που το παρακολούθησαν. Ο καλοστημένος αυτός θίασος εξυπηρέτησε το «αναγκαίο» του πράγματος. Έρχονται Ευρωεκλογές άρα ένα debate είναι απαραίτητο για να μας θυμίσει πού βρισκόμαστε. Πώς θα δικαιολογηθούν άλλωστε τα παπαγαλάκια που έσπειραν τον τρόμο στους Αθηναίους πολίτες; Σίγουρα οι τηλεθεατές θα έβρισκαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν τη συζήτηση συντόνιζε η Ευγενία Μανωλίδου, αφού πρώτα είχε χορηγήσει τον ορό της αλήθειας. Τότε σίγουρα θα επερχόταν η κάθαρση στην αρχαία τραγωδία που ζούμε και η αυλαία θα είχε πέσει θεαματικά.

Κυριακή 24 Μαΐου 2009

Aρκάς…

Η ανάγνωση των ιστοριών του είναι σίγουρα ένας από τους καλύτερους τρόπους για να περνούν ευχάριστα οι μεσημεριανές -και όχι μόνο- ώρες και να εκμηδενίζονται οι αποστάσεις σε μετρό και λεωφορεία καθώς προσφέρουν μεγάλες δόσεις γέλιου και οξύνουν τη σκέψη με χιουμοριστικό τρόπο. Ποιος δεν έχει ακούσει, λοιπόν, για τον Αρκά;
Εάν ο Αρκάς ήταν πολιτικός γελοιογράφος θα είχε την ευκαιρία να παράγει γέλιο απ’την πολλές φορές αξιοχλεύαστη καθημερινότητα. Φαίνεται, όμως, πως ψάχνει κάτι πέρα από όλα αυτά ή μάλλον κάτω απ’όλα αυτά. Προσπαθεί να αποκαλύψει και να φέρει στην επιφάνεια τους βαθύτερους μηχανισμούς των ανθρώπινων πράξεων και της ανθρώπινης συνείδησης. Δεν διστάζει να φανερώσει τη διττή φύση που όλοι είτε λίγο είτε πολύ κρύβουμε μέσα μας, αυτή του έλλογου όντος και αντίθετα την ποταπή και ζωώδη. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Αρκάς ξεπερνά την αρχέγονη λειτουργία της ως μέσο νοηματοδότησης του κόσμου και επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων καθώς με επιτυχή τρόπο μετασχηματίζει τα νοήματα και «παίζει» με τα συμφραζόμενα. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τους απολαυστικούς διαλόγους ανάμεσα στον αγχώδη κόκορα και το απαθές γουρούνι ή τις κοινωνικές ανησυχίες που υποφώσκουν στον «Ισοβίτη»; Στις ιστορίες του ανά τα χρόνια κυριαρχούν ζεύγη έντονων αντιθέσεων τα οποία έρχονται να «σαρώσουν» διαδοχικά την τέχνη, την σεξουαλικότητα, τις απόρροιες του πολέμου και της τεχνολογίας, τους θεσμούς του σωφρονισμού και της οικογένειας. Η επικαιρότητα έρχεται να «κολλήσει» περίτεχνα στις ιστορίες του Αρκά καθώς με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται η διεισδυτική του ματιά και η ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ του, γεγονός που αποτελεί και το συστατικό της επιτυχίας του. Έχει κερδίσει επάξια το αναγνωστικό του κοινό χρόνια τώρα γιατί απλά αποκωδικοποιεί την ανθρώπινη φύση και την εκλαϊκεύει χωρίς δισταγμό.

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

ΤΙ 30, ΤΙ 40, ΤΙ 50…

Θα ξεκινήσω με ένα απ’αυτά τα αφόρητα κλισέ που λέγονται χρόνια τώρα, αλλά διατηρούν τη διαχρονικότητα μέσα απ’την επιβεβαίωση τους. Η ζωή είναι απρόβλεπτη (ουφ! Βαρέθηκα ήδη). Θα το τολμήσω, όμως. Θα φανταστώ τη δική μου πολλά καλοκαίρια μετά. Θα «λαδώσω» τη μηχανή του χρόνου και θα τρέξω είκοσι χρόνια μπροστά (ας μην ξεχνάμε πως δεν είναι και λίγα). Νομίζω πως στα σαράντα μου εκτός από τις γοητευτικές ρυτίδες στο πρόσωπο θα έχω και μια καλή για τα δικά μου δεδομένα επαγγελματική πορεία στη δημοσιογραφία.…..Τελικά ήμουν σίγουρη. Κάπως έτσι θα κατέληγα κι ας αναρωτιόμουν «Τι γυρεύω εγώ εδώ?» τις ώρες που δίδασκε ο κος Μπακουνάκης στο Πάντειο.
Καλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα θα μου λένε τα τραγούδια του ραδιοφώνου και η επιλεκτική τηλεόραση. Τρέμω στην ιδέα ότι πατώντας το ON θα τυφλωθώ από το αστραποβολίζον ξανθό ή θα πετύχω κάποιον «απόγονο» του Γιώργου Αυτιά να παίρνει συνέντευξη από πτηνά, κάποιον Τέρενς Κουίκ να μένει εμβρόντητος μπροστά στην προτίμηση που έχει ο Αϊ Γιάννης στα μακαρόνια γκόγκλιες και άλλα διάφορα που «μπορείς» και «αξίζει να τα δεις» για να γίνεις κ συ είτε «superstar» είτε «παρατράγουδο». Πάντα ντρεπόμουν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, μου δημιουργούσαν αμηχανία γι’αυτό και τις φοβόμουν. Ο άνθρωπος δεν αλλάζει ούτε στα 40 τελικά. Επέλεξα, όμως, να μην δουλέψω ούτε πίσω από αυτές. Η τηλεόραση, εκτός από τα ντοκυμαντέρ που ευτυχώς προβάλλονται ακόμη από τον ΣΚΑΙ , ποτέ δεν με έπεισε για την εγκυρότητα και την αξιοπιστία της και τα δελτία απόψεων πάντα με εκνεύριζαν παρ’όλο που τα παρακολουθώ ακόμα. Επίσης, πάντα πίστευα πως οι πολύβουες εφημερίδες και η μυρωδιά του τυποποιημένου χαρτιού δεν μου ταίριαζαν (δύσκολος χαρακτήρας). Χαίρομαι, όμως, γιατί διαψεύστηκα. Μέσα από το χρονογράφημα αγάπησα το λόγο και τις απόψεις μου. Ξέρω ότι βγαίνοντας από το σπίτι μου και περπατώντας λίγα μέτρα έχω βρει το επόμενο θέμα μου. Η μέρα μου σίγουρα δεν θα σταματάει εδώ. Θα συνεχίσω για το περιοδικό. Χμμ, φανταστείτε κάτι σαν μετεξέλιξη των «Εικόνων» και του «Ταχυδρόμου». Το γραφείο μου εκεί δεν είναι τόσο σοβαροφανές. Είναι γεμάτο καρτ ποστάλ διότι δεν νοείται δημοσιογράφος που δεν ταξιδεύει. Το εξωτερικό ρεπορτάζ αν και συναρπαστικό έχει αρχίσει να με κουράζει (άλλες οι αντοχές στα 20, άλλες στα 30 και άλλες στα 40). Δεν γκρινιάζω, όμως –τουλάχιστον φανερά- γιατί έχω την ευκαιρία να συναναστρέφομαι με διαφορετικούς από μένα ανθρώπους κι αυτό είναι μεγάλο κέρδος. Πάντα στο πλάνο θα στέκει η σκοτεινή φιγούρα του ανικανοποίητου αρχισυντάκτη μου, διαφορετικά ακούγεται πολύ ιδανικό, σαν θρίλερ χωρίς φόνο. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να τερματίσω τις στάσεις μου από την πάντα βραδινή μου ραδιοφωνική εκπομπή την οποία και περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία. Δεν με απασχόλησε ποτέ που δεν είδα από κοντά τους ακροατές μου ή δεν τους μίλησα στο τηλέφωνο. Αυτή είναι κι η μαγεία του ραδιοφώνου. Μου αρκεί που τους κρατώ συντροφιά και με ποιοτική μουσική τους μεταφέρω σε μια ξεχασμένη χώρα θαυμάτων, μου φτάνει που κρυφογελώ κάθε φορά που οι αγαπημένοι μου φίλοι σχολιάζουν τα λεγόμενα μου off the record στέλνοντας μου μηνύματα στο κινητό.
Καλό μου ακούγεται. Έως τότε, όμως, οι αλλαγές στο πλάνο είναι καλοδεχούμενες…