Σάββατο 14 Απριλίου 2012


Στιγμές κατάνυξης.

Δεν έχω νιώσει ποτέ αυτό που λέμε "θρησκευτική κατάνυξη". Μην αναρωτηθείτε γιατί. Το προφανές. Η σχέση μου με τους οίκους του Θεού ήταν ανέκαθεν ψυχρή και στριφνή και αυτό δεν οφείλεται στα κατάλοιπα κάποιας αναρχικής εφηβείας ούτε από δίχως λόγο παντιέρα, αλλά από καθαρά προσωπική πεποίθηση. Η πιο αληθινή στιγμή που είχα ποτέ μέχρι τώρα σε τέτοιου είδους θέματα ήταν εκείνο το καλοκαίρι στην Πέτρα της Μυτιλήνης. Έφτασα όσο πιο κοντά γινόταν σ’αυτό που λέμε "μυστηριακή ατμόσφαιρα". Έπρεπε, θυμάμαι, να ανέβω πάνω από εκατό σκαλιά για να φτάσω στην εκκλησία της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας (όχι για να ικανοποιήσω κάποια θρησκευτική μου ανάγκη ούτε καν να την ξυπνήσω, όχι ούτε κατά διάνοια, αλλά για να απολαύσω το απαράμιλλης ομορφιάς τοπίο από τόσο ψηλά) και είχα αρχίσει από πολύ νωρίς να λαχανιάζω. Ο ήλιος, κάποια λεπτά πριν τη δύση του, με συντρόφευε σ’αυτή τη βόλτα και παράλληλα με ταλαιπωρούσε θαμπώνοντας μου τα μάτια. Ανεβαίνοντας και τα τελευταία σκαλιά που είχε καλύψει το χώμα και αγκαλιάσει τα χόρτα κατάφερα να φτάσω και με μια βαθιά ανάσα επιβράβευσα τον εαυτό μου. Ακούμπησα στα κάγκελα, άνοιξα τον ασκό του μυαλού μου κι αυτό ξεχύθηκε. Κατρακύλησε στα αιχμηρά βράχια, διαλύθηκε στον αέρα κι έπειτα βούτηξε στη θάλασσα. Ο ήλιος χάριζε τα τελευταία του χάδια στη θάλασσα προτού παραδώσει το βασίλειο του και το μάτι μου δεν έβλεπε τέλος, δεν έβλεπε όρια. Μαγεία. Ελευθερία. Αποφάσισα να ανάψω ένα κερί, έτσι χωρίς λόγο. Οι ασβεστωμένοι τοίχοι αντανακλούσαν μια ψύχρα περίεργη και μονάχα τα κεριά στο μανουάλι «ζέσταιναν» την παραμονή των επισκεπτών εκεί. Η φλόγα που έκαψε εκείνο το κερί ίσως ήταν η μοναδική στιγμή «θρησκευτικής» μου κατάνυξης. Ούτε με τους επίγειους εκπροσώπους του Θεού είχα ποτέ καλές σχέσεις. Μακριά κι αγαπημένοι σκεφτόμουν ανέκαθεν και εξακολουθώ. Η μοναδική ευγενική και καλοσυνάτη φυσιογνωμία ιερέα που έτυχε να γνωρίσω ήταν αυτή του παπά του βορειοελλαδίτικου χωριού μου, ενός χωριού ξεχασμένου απ’το Θεό -τι ειρωνεία. Αδύνατος και φορώντας πάντα τα μαύρα του ράσα ήταν ένα από τα σήματα κατατεθέν της μικρής αυτής κοινωνίας. Με καμένο απ’τον ήλιο δέρμα και ρυτίδες σκαμμένα μονοπάτια γύρω απ’τα μάτια του κυκλοφορούσε με μια παλιά πράσινη σακαράκα και όργωνε τα γύρω χωριά με τις ψαλμωδίες του. Πάντα εργατικός και ταπεινός χαμογελούσε σε όλους. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα από τα τελευταία του καλοκαίρια στο χωριό, δεκαπενταύγουστος και οι κάτοικοι γλεντούσαν στην πλατεία. Ο παπάς με λίγη αγάπη παραπάνω για το κρασί βγήκε χορεύοντας απ’τον αυλόγυρο της εκκλησίας συνοδεία κλαρίνων από την ορχήστρα. Φαινόταν τόσο ευτυχισμένος, κάτι που πρόδιδε το χαμόγελο και τα κόκκινα μάγουλα του. Πιστέψτε με, ήταν μια πολύ όμορφη εικόνα. Ανεξάρτητα από τις προσωπικές μου πεποιθήσεις πάντα σεβόμουν την ανάγκη των ανθρώπων να πιστέψουν σε κάτι, στο Θεό ας πούμε, όπως ο καθένας τον έχει πλάσει στο μυαλό του. Αρνούμαι, όμως, να ζήσω ως φοβούμενη ένα θεό που δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσω για να μου πει πού έφταιξα, να μισήσω τη σάρκα και τον πιο ευτελή μου πόθο, να απαξιώσω τη φθαρτή μου ζωή για ένα ουράνιο βασίλειο που κανείς γήινος δεν μου υποσχέθηκε ποτέ, Παναγία μου είναι η μητέρα μου. Ο μοναδικός θεός στον οποίο πιστεύω είναι αυτός μέσα μου, είναι αυτός που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Αυτός με ορίζει, αυτόν λατρεύω με ευλάβεια κι αυτόν καίω με την εκστατική ικανοποίηση ενός αιρετικού. Αγαπώ και σέβομαι τις γιορτές που φέρνουν κοντά την οικογένεια και τους ανθρώπους, λατρεύω τις μορφές εκείνες που ο καθένας μεταφράζει μέσα του ως ιερές και πορεύεται μ’αυτές.


Καλό Πάσχα σε όλους!


Ημερολόγιο, Χρήστος Θηβαίος

...Κι είναι λέω ο παράδεισος για μας, αγάπη μου μικρή,

να μοιραζόμαστε τούτη την κόλαση μαζί...


www.youtube.com/watch?v=y44scHu2DkM



1 σχόλιο:

  1. "Παναγία μου είναι η μητέρα μου"....αυτό μου έμεινε...πολύ συγκινητικό αγαπημένη μου...:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή