Κυριακή 29 Απριλίου 2012


Η δημιουργία ενός άστρου...

Φύλαξε μου αυτούς τους λυγμούς που ανεβαίνουν,
δένονται κόμποι, σπαρταρούν σαν μια δέσμη
καρδιές στο λαιμό σου. Φύλαξε μου κι αυτήν
την παράξενη θάλασσα που έχει πετρώσει
πίσω απ’ τα μάτια σου. Μου χρειάζονται όλα
να φτιάξω το κύμα μου. Με τι θα συνθέσω
τη χαρά που υποσχέθηκα; Τα χρυσά της πανιά
με τι θα τα υφάνω; Καλά είναι όλα,
καλό το νερό και το φως και το χώμα.
Αλλά πώς
θα τους δώσω την κίνηση; Πώς τη φωτιά;
Πώς αλλιώς θ’ αναδώσουν αχτίνες και πως
θα μπουν στην αιώνια σταθερή τους τροχιά,
σαν ένας δακτύλιος μικρών ζαφειριών
που στρέφεται γύρω απ’ το δίσκο του πνεύματος; Όχι
πως φτάνουνε μόνα τους,
Αν προσέξεις, θα δεις πως πλάθοντας καίγονται
μαζί και τα χέρια μου.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Τρίτη 17 Απριλίου 2012


Μεγαλείο...
 
Δημήτρης Μητροπάνος, ένας ήρωας για όλους. Οι στίχοι και η μουσική του απάγκιο για τις ψυχές όλων μας. Η φωνή του γιατρικό, μια φωνή που έσβησε για πάντα. Ας ήταν να'ξερε πόσο θα λείψει, πόσο πολύ θα λείψει. Ακόμα μια φορά μείναμε στη μέση του πουθενά.


Κυριακή 15 Απριλίου 2012



Όλες του κόσμου οι Κυριακές...

www.youtube.com/watch?v=i24p_JBGGQ0


Όλες του κόσμου οι Κυριακές
λάμπουν
στο πρόσωπό σου...

Τι χρώματα, τι μουσικές
μες στο χαμογελό σου...

Σαν τη φωτιά είσαι ζεστός,
είσαι
ο ίδιος ο Χριστός,

ένας Χριστός της γειτονιάς,
που ξέρει
τι θα πει χιονιάς...


Τι όμορφο να σ'αγαπώ

και να σε καρτεράω,
να σου γλυκαίνω
τον καημό,
να σε παρηγοράω...

Σαν τη φωτιά είσαι ζεστός,
είσαι ο ίδιος
ο Χριστός,
ένας Χριστός της
γειτονιάς,
που ξέρει τι θα πει χιονιάς...


Χαρούλα Αλεξίου

Σάββατο 14 Απριλίου 2012


Στιγμές κατάνυξης.

Δεν έχω νιώσει ποτέ αυτό που λέμε "θρησκευτική κατάνυξη". Μην αναρωτηθείτε γιατί. Το προφανές. Η σχέση μου με τους οίκους του Θεού ήταν ανέκαθεν ψυχρή και στριφνή και αυτό δεν οφείλεται στα κατάλοιπα κάποιας αναρχικής εφηβείας ούτε από δίχως λόγο παντιέρα, αλλά από καθαρά προσωπική πεποίθηση. Η πιο αληθινή στιγμή που είχα ποτέ μέχρι τώρα σε τέτοιου είδους θέματα ήταν εκείνο το καλοκαίρι στην Πέτρα της Μυτιλήνης. Έφτασα όσο πιο κοντά γινόταν σ’αυτό που λέμε "μυστηριακή ατμόσφαιρα". Έπρεπε, θυμάμαι, να ανέβω πάνω από εκατό σκαλιά για να φτάσω στην εκκλησία της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας (όχι για να ικανοποιήσω κάποια θρησκευτική μου ανάγκη ούτε καν να την ξυπνήσω, όχι ούτε κατά διάνοια, αλλά για να απολαύσω το απαράμιλλης ομορφιάς τοπίο από τόσο ψηλά) και είχα αρχίσει από πολύ νωρίς να λαχανιάζω. Ο ήλιος, κάποια λεπτά πριν τη δύση του, με συντρόφευε σ’αυτή τη βόλτα και παράλληλα με ταλαιπωρούσε θαμπώνοντας μου τα μάτια. Ανεβαίνοντας και τα τελευταία σκαλιά που είχε καλύψει το χώμα και αγκαλιάσει τα χόρτα κατάφερα να φτάσω και με μια βαθιά ανάσα επιβράβευσα τον εαυτό μου. Ακούμπησα στα κάγκελα, άνοιξα τον ασκό του μυαλού μου κι αυτό ξεχύθηκε. Κατρακύλησε στα αιχμηρά βράχια, διαλύθηκε στον αέρα κι έπειτα βούτηξε στη θάλασσα. Ο ήλιος χάριζε τα τελευταία του χάδια στη θάλασσα προτού παραδώσει το βασίλειο του και το μάτι μου δεν έβλεπε τέλος, δεν έβλεπε όρια. Μαγεία. Ελευθερία. Αποφάσισα να ανάψω ένα κερί, έτσι χωρίς λόγο. Οι ασβεστωμένοι τοίχοι αντανακλούσαν μια ψύχρα περίεργη και μονάχα τα κεριά στο μανουάλι «ζέσταιναν» την παραμονή των επισκεπτών εκεί. Η φλόγα που έκαψε εκείνο το κερί ίσως ήταν η μοναδική στιγμή «θρησκευτικής» μου κατάνυξης. Ούτε με τους επίγειους εκπροσώπους του Θεού είχα ποτέ καλές σχέσεις. Μακριά κι αγαπημένοι σκεφτόμουν ανέκαθεν και εξακολουθώ. Η μοναδική ευγενική και καλοσυνάτη φυσιογνωμία ιερέα που έτυχε να γνωρίσω ήταν αυτή του παπά του βορειοελλαδίτικου χωριού μου, ενός χωριού ξεχασμένου απ’το Θεό -τι ειρωνεία. Αδύνατος και φορώντας πάντα τα μαύρα του ράσα ήταν ένα από τα σήματα κατατεθέν της μικρής αυτής κοινωνίας. Με καμένο απ’τον ήλιο δέρμα και ρυτίδες σκαμμένα μονοπάτια γύρω απ’τα μάτια του κυκλοφορούσε με μια παλιά πράσινη σακαράκα και όργωνε τα γύρω χωριά με τις ψαλμωδίες του. Πάντα εργατικός και ταπεινός χαμογελούσε σε όλους. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα από τα τελευταία του καλοκαίρια στο χωριό, δεκαπενταύγουστος και οι κάτοικοι γλεντούσαν στην πλατεία. Ο παπάς με λίγη αγάπη παραπάνω για το κρασί βγήκε χορεύοντας απ’τον αυλόγυρο της εκκλησίας συνοδεία κλαρίνων από την ορχήστρα. Φαινόταν τόσο ευτυχισμένος, κάτι που πρόδιδε το χαμόγελο και τα κόκκινα μάγουλα του. Πιστέψτε με, ήταν μια πολύ όμορφη εικόνα. Ανεξάρτητα από τις προσωπικές μου πεποιθήσεις πάντα σεβόμουν την ανάγκη των ανθρώπων να πιστέψουν σε κάτι, στο Θεό ας πούμε, όπως ο καθένας τον έχει πλάσει στο μυαλό του. Αρνούμαι, όμως, να ζήσω ως φοβούμενη ένα θεό που δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσω για να μου πει πού έφταιξα, να μισήσω τη σάρκα και τον πιο ευτελή μου πόθο, να απαξιώσω τη φθαρτή μου ζωή για ένα ουράνιο βασίλειο που κανείς γήινος δεν μου υποσχέθηκε ποτέ, Παναγία μου είναι η μητέρα μου. Ο μοναδικός θεός στον οποίο πιστεύω είναι αυτός μέσα μου, είναι αυτός που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Αυτός με ορίζει, αυτόν λατρεύω με ευλάβεια κι αυτόν καίω με την εκστατική ικανοποίηση ενός αιρετικού. Αγαπώ και σέβομαι τις γιορτές που φέρνουν κοντά την οικογένεια και τους ανθρώπους, λατρεύω τις μορφές εκείνες που ο καθένας μεταφράζει μέσα του ως ιερές και πορεύεται μ’αυτές.


Καλό Πάσχα σε όλους!


Ημερολόγιο, Χρήστος Θηβαίος

...Κι είναι λέω ο παράδεισος για μας, αγάπη μου μικρή,

να μοιραζόμαστε τούτη την κόλαση μαζί...


www.youtube.com/watch?v=y44scHu2DkM



Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Χωρίς λόγια...

Το βαλς, Ορφέας Περίδης


www.youtube.com/watch?v=9SLFF1liWtc

Ο παγωμένος Δούναβης της καρδιάς μου

σταμάτησε ξαφνικά να κυλά
Τα νερά του δεν πήγαιναν πουθενά
κι ό,τι αγάπησα και μ' αγάπησε νόμισα
πως χάθηκε στα σκοτεινά και παντοτινά

Ώσπου ξανάρθες και μου 'δωσες το χέρι,
έλα προστάζεις, η αγάπη είναι φωτιά

Τη ζωή μου θύμισες και να 'ταν μόνο ετούτο,
μ' έσυρες κι αρχίσαμε τους κύκλους του χορού
και το βαλς σαν βάλσαμο το νιώθω μεσ' το αίμα
σαν κραυγή του θάνατου, σαν γέλιο ενός μωρού

Κι έτσι αγαπημένη μου θα μείνω ζωντανός
ως το τέλος Δεκέμβρη του '99, μεσάνυχτα ακριβώς,
να κρατήσω τον όρκο που έχω δεθεί,
το βαλς που σου υποσχέθηκα και να υπάρχει μόνο αυτή,
αυτή η στιγμή, η ιερή στιγμή

Που νιώθω σαν φλόγα, καθώς σε στροβιλίζω,
ρόδο που καίει, φωτίζει όλη τη γη

Τη ζωή μου θύμισες και να 'ταν μόνο ετούτο,
μ' έσυρες κι αρχίσαμε τους κύκλους του χορού
και το βαλς σαν βάλσαμο το νιώθω μεσ' το αίμα
σαν κραυγή του θάνατου, σαν γέλιο ενός μωρού.


στίχοι: Μανώλης Ρασούλης / μουσική: Πέτρος Βαγιόπουλος

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012


Το χαμένο ταφ.

Αυτός που έγραψε το συγκεκριμένο σύνθημα ξέχασε μονάχα ένα -τ-. Κάποιοι άλλοι έχουν ξεχάσει για ποιο λόγο ζουν, για ποιον χαμογελούσαν μέχρι σήμερα και τι προσπαθούν ακόμα να σώσουν, τι έμεινε για να τους απαλύνει τον πόνο και να τους σφίξει το χέρι. Σήμερα αυτοκτόνησε ένας άνθρωπος στο Σύνταγμα. Ένας ακόμα άνθρωπος έβαλε τέλος στη ζωή του. Πόσο ντρέπομαι για όλους μας. Γι'αυτούς που μας κυβερνούν και για εμάς που τους το έχουμε επιτρέψει, για εμάς που τους ανεχόμαστε και χειριζόμαστε την υπομονή σαν άλλοθι, για εμάς που προβαίνουμε σε πολιτικές αξιολογήσεις απ'τον καναπέ κι απ'το τηλέφωνο, για εμάς που θεωρούμε ανάξιο τον εαυτό μας ν'αλλάξει τον κόσμο γιατί φαντάζει αδύνατο, για εμάς που ζούμε στον κόσμο μας και μονάχα γι'αυτόν.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Τελευταία παράσταση...

Πόσο περίεργα νιώθω κάτι ώρες και στιγμές και πάντα κάτι θα "φταίει" γι'αυτό. Μάλλον είναι η δυνατή χειραψία που θα σε ενθαρρύνει να χαμογελάσεις διάπλατα ακόμα κι αν δεν σου ανταποδώσουν το ίδιο μεγάλο χαμόγελο. Η συναισθηματική εκμυστήρευση που μπορεί να σου χαρίσει ανενδοίαστα κάποιος μέχρι πολύ πρόσφατα άγνωστος και να θριμματίσει ένα κομμάτι της καρδιάς σου. Μπορεί να είναι η τελευταία παράσταση που έφταιξε αυτή τη φορά. Ήμουν εκεί, όμως, και χειροκρότησα δυνατά. Η απόλυτη μοναξιά φαντάζει τρομακτική και για κάποιο περίεργο λόγο -κλεισμένη πάντα μέσα στη δικιά μου- θέλησα να την απαλύνω.